|
| Το θέατρο της Βιέννης, συνδεδεμένο με τη μουσική ζωή της εποχής του Σούμπερτ και τις φιλοδοξίες του για σκηνική αναγνώριση. |
Ο Φραντς Σούμπερτ (1797–1828) άφησε μέσα σε μια εξαιρετικά σύντομη ζωή ένα έργο ασυνήθιστου εύρους. Η μουσική του γεννήθηκε στον κόσμο της κλασικής Βιέννης, όμως η σχέση της με τη μελωδία, την αρμονία, τον μουσικό χρόνο και τη μνήμη άνοιξε δρόμους που θα αποδεικνύονταν καθοριστικοί για τον Ρομαντισμό. Η θέση του ανάμεσα στον Κλασικισμό και τον 19ο αιώνα δεν ορίζεται επομένως μόνο από τη χρονολογία του· βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι κληρονομημένες μορφές αποκτούν στη μουσική του νέα εσωτερικότητα και νέα αίσθηση διάρκειας.
Τα περισσότερα από εξακόσια Lieder αποτελούν τον εντυπωσιακότερο όγκο της παραγωγής του, όμως η δημιουργική φυσιογνωμία του Σούμπερτ δεν περιορίζεται στο τραγούδι. Συμφωνίες, σονάτες, έργα για πιάνο τέσσερα χέρια, κουαρτέτα, τρίο και κουιντέτα, θρησκευτική μουσική και επανειλημμένες προσπάθειες στο μουσικό θέατρο φανερώνουν έναν συνθέτη που αναζητούσε συνεχώς τρόπους να μεταφέρει τη λυρική του σκέψη σε ολοένα μεγαλύτερες μορφές.
Συμφωνίες
- Συμφωνία αρ. 4 σε Ντο ελάσσονα, «Τραγική», D 417. Έργο της νεανικής περιόδου, όπου η δραματική ένταση της Ντο ελάσσονας αναπτύσσεται ακόμη μέσα σε σαφή κλασικά μορφολογικά πρότυπα. Η ονομασία «Τραγική», που προέρχεται από τον ίδιο τον Σούμπερτ, μαρτυρεί ήδη την επιθυμία του να προσδώσει ιδιαίτερη εκφραστική ταυτότητα στη συμφωνική μορφή.
- Συμφωνία αρ. 5 σε Σι ύφεση μείζονα, D 485. Μία από τις διαυγέστερες και πιο φωτεινές συμφωνίες του, με μικρότερη ορχήστρα και έντονη συγγένεια με τη συμφωνική γλώσσα του Μότσαρτ. Κάτω από την κλασική ισορροπία, όμως, η ευρύχωρη μελωδική γραμμή και οι λεπτές αρμονικές μετακινήσεις αποκαλύπτουν ήδη τον προσωπικό κόσμο του Σούμπερτ.
- Συμφωνία αρ. 6 σε Ντο μείζονα, D 589. Γνωστή συχνά ως «Μικρή Ντο μείζονα», ώστε να διακρίνεται από τη μεταγενέστερη D 944, συνδυάζει τη βιεννέζικη συμφωνική παράδοση με στοιχεία της ορχηστρικής λάμψης και της ρυθμικής ζωντάνιας που χαρακτήριζαν τη σύγχρονή του ιταλική όπερα.
- Συμφωνία αρ. 8 σε Σι ελάσσονα, «Ημιτελής», D 759. Τα δύο ολοκληρωμένα μέρη της αρκούν για να συγκροτήσουν έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους συμφωνικούς κόσμους του 19ου αιώνα. Οι σκοτεινές χαμηλές γραμμές, οι μακρές λυρικές μελωδίες και οι απότομες δραματικές κορυφώσεις δημιουργούν μια αρχιτεκτονική τόσο πειστική, ώστε η «ημιτελής» κατάσταση του έργου δεν μειώνει τη δύναμη της εμπειρίας του.
- Συμφωνία αρ. 9 σε Ντο μείζονα, «Μεγάλη», D 944. Η ώριμη συμφωνική κορύφωση του Σούμπερτ. Η μεγάλη κλίμακα, η ακατάπαυστη ρυθμική ώθηση και η ανάπτυξη εκτεταμένων μορφών μέσα από επαναλήψεις και μεταμορφώσεις μικρών μουσικών κυττάρων προαναγγέλλουν σημαντικές πλευρές της μεταγενέστερης ρομαντικής συμφωνικής σκέψης.
Μουσική για πιάνο
- 36 Βαλς — Originaltänze, D 365. Μικρές χορευτικές μορφές στενά συνδεδεμένες με τη βιεννέζικη κοινωνική ζωή. Μέσα σε ελάχιστο χώρο, ο Σούμπερτ μπορεί να μετατρέψει έναν απλό χορό σε μουσική μικρογραφία με απροσδόκητες αρμονικές στροφές και ιδιαίτερο χαρακτήρα.
- Σονάτα αρ. 13 σε Λα μείζονα, D 664. Συμπαγής, φωτεινή και βαθιά λυρική, ανήκει στα έργα όπου η κλασική μορφή διατηρεί ιδιαίτερη καθαρότητα. Η αβίαστη μελωδική γραμμή του πρώτου μέρους και η ήρεμη εσωτερικότητα του Andante την έχουν καταστήσει μία από τις πιο άμεσα προσιτές πιανιστικές σονάτες του Σούμπερτ.
- Φαντασία σε Ντο μείζονα, «Wanderer», D 760. Ένα από τα πιο δεξιοτεχνικά πιανιστικά έργα του. Τα τέσσερα συνεχόμενα τμήματα συνδέονται μέσα από συγγενικό θεματικό υλικό που ανάγεται στο Lied Der Wanderer, δημιουργώντας μια ασυνήθιστα πυκνή και οργανικά ενοποιημένη μορφή.
- Moments musicaux, D 780. Έξι σύντομα κομμάτια που αποκαλύπτουν πόσο μεγάλη εκφραστική περιοχή μπορούσε να χωρέσει ο Σούμπερτ σε περιορισμένη μορφή. Χορευτικότητα, μελαγχολία, δραματική ένταση και στιγμές σχεδόν ακίνητης περισυλλογής συνυπάρχουν χωρίς να χάνεται η αυτονομία κάθε κομματιού.
- Impromptus, D 899 και D 935. Δύο ομάδες τεσσάρων έργων που συνδυάζουν την εντύπωση της αυθόρμητης έμπνευσης με προσεκτικά οργανωμένη μορφή. Η πλατιά μελωδική γραφή, οι τολμηρές μετατροπίες και η συχνά σχεδόν ορχηστρική αξιοποίηση του πιάνου τα τοποθετούν στον πυρήνα του ρομαντικού πιανιστικού ρεπερτορίου.
- Οι τρεις τελευταίες Σονάτες, D 958, D 959 και D 960. Γραμμένες το 1828, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της τελευταίας δημιουργικής περιόδου του συνθέτη. Η Ντο ελάσσονα D 958 είναι η πιο συμπαγής και δραματική, η Λα μείζονα D 959 κινείται ανάμεσα σε πλατύ λυρισμό και ακραίες εσωτερικές αντιθέσεις, ενώ η Σι ύφεση μείζονα D 960 αναπτύσσει μια μοναδική αίσθηση διευρυμένου μουσικού χρόνου.
- Grand Duo σε Ντο μείζονα, D 812. Μεγάλης κλίμακας σονάτα για πιάνο τέσσερα χέρια, με υφή που συχνά αποκτά σχεδόν συμφωνική πυκνότητα. Το έργο δείχνει πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε ο Σούμπερτ το τετράχειρο πιάνο, πέρα από την οικιακή και ψυχαγωγική χρήση με την οποία συνδεόταν συχνά το είδος.
- Φαντασία σε Φα ελάσσονα για πιάνο τέσσερα χέρια, D 940. Ένα από τα κορυφαία έργα της ύστερης περιόδου και από τα σημαντικότερα ολόκληρου του ρεπερτορίου για τέσσερα χέρια. Τα διαδοχικά τμήματα συνδέονται χωρίς διακοπή και η επιστροφή του αρχικού υλικού προς το τέλος μετατρέπει ολόκληρη τη σύνθεση σε μια μεγάλη κυκλική διαδρομή, όπου η μνήμη γίνεται βασικό στοιχείο της μορφής.
Μουσική Δωματίου
- Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 13 σε Λα ελάσσονα, «Rosamunde», D 804. Έργο του 1824, από την περίοδο κατά την οποία ο Σούμπερτ στράφηκε με ανανεωμένη φιλοδοξία προς τη μεγάλη οργανική μουσική. Ο τίτλος προέρχεται από τη χρήση στο δεύτερο μέρος θεματικού υλικού που συνδέεται με τη μουσική του για τη Rosamunde.
- Κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 14 σε Ρε ελάσσονα, «Ο Θάνατος και η Κόρη», D 810. Ένα από τα πιο δραματικά έργα μουσικής δωματίου του Σούμπερτ. Στο δεύτερο μέρος, το υλικό του παλαιότερου Lied Der Tod und das Mädchen, D 531, μετασχηματίζεται σε θέμα με παραλλαγές, ενώ ολόκληρο το κουαρτέτο αναπτύσσεται μέσα σε έναν κόσμο έντονων ρυθμικών, δυναμικών και τονικών αντιθέσεων.
- Οκτέτο σε Φα μείζονα, D 803. Γραμμένο για κλαρινέτο, φαγκότο, κόρνο και πέντε έγχορδα, συνδυάζει τη λεπτομέρεια της μουσικής δωματίου με σχεδόν συμφωνικές διαστάσεις. Ανήκει στην ίδια δημιουργική περίοδο με τα κουαρτέτα D 804 και D 810 και αποτελεί μέρος της νέας προσπάθειας του Σούμπερτ να κατακτήσει μεγάλες οργανικές μορφές.
- Σονάτα σε Λα ελάσσονα για arpeggione και πιάνο, D 821. Γραμμένη το 1824 για ένα όργανο που σύντομα εξαφανίστηκε από τη μουσική πράξη, επιβίωσε κυρίως μέσα από μεταγραφές για βιολοντσέλο ή βιόλα. Η μακρά λυρική γραμμή και η στενή συνομιλία σολιστικού οργάνου και πιάνου διατήρησαν το έργο ζωντανό πολύ πέρα από την ιστορία του αρχικού του οργάνου.
- Κουιντέτο για πιάνο σε Λα μείζονα, «Η Πέστροφα», D 667. Η ασυνήθιστη σύνθεση —πιάνο, βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο— προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη φωτεινότητα και διαφάνεια. Στο τέταρτο μέρος ο Σούμπερτ χρησιμοποιεί ως βάση παραλλαγών το Lied Die Forelle, μεταφέροντας ένα οικείο τραγούδι σε έναν νέο οργανικό κόσμο.
- Τρίο για πιάνο αρ. 1 σε Σι ύφεση μείζονα, D 898. Ένα από τα πιο εξωστρεφή έργα της ύστερης περιόδου. Οι εκτεταμένες μελωδίες και η συνεχής εναλλαγή πρωταγωνιστικού ρόλου ανάμεσα στο πιάνο, το βιολί και το βιολοντσέλο δημιουργούν έναν κόσμο λαμπρό και γενναιόδωρο, χωρίς να απουσιάζουν οι χαρακτηριστικές σουμπερτιανές μετακινήσεις προς μακρινές αρμονικές περιοχές.
- Τρίο για πιάνο αρ. 2 σε Μι ύφεση μείζονα, D 929. Μεγαλύτερο και δραματικότερο από το D 898, αποκτά ιδιαίτερη συνοχή μέσα από το υλικό του αργού μέρους, το οποίο επιστρέφει αργότερα στο έργο. Η επανεμφάνισή του στο φινάλε δημιουργεί την αίσθηση ότι η μουσική κοιτάζει προς τα πίσω και μετατρέπει τη μνήμη σε μέρος της ίδιας της μορφής.
- Κουιντέτο εγχόρδων σε Ντο μείζονα, D 956. Με δύο βιολοντσέλα αντί για δύο βιόλες, το τελευταίο μεγάλο έργο μουσικής δωματίου του Σούμπερτ αποκτά εξαιρετικό βάθος και εύρος ηχοχρώματος. Ιδιαίτερα στο Adagio, η σχεδόν ακίνητη γαλήνη των εξωτερικών τμημάτων έρχεται αντιμέτωπη με ένα ταραγμένο κεντρικό επεισόδιο, δημιουργώντας μία από τις πιο συγκλονιστικές αντιθέσεις της ώριμης γραφής του.
Lieder και κύκλοι τραγουδιών
Το Lied βρίσκεται στον πυρήνα της δημιουργίας του Σούμπερτ. Σε περισσότερα από εξακόσια τραγούδια, το πιάνο παύει να λειτουργεί απλώς ως συνοδεία και συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία του χώρου, της κίνησης, της ατμόσφαιρας και της ψυχολογίας του ποιήματος. Με αυτή τη νέα σχέση ανάμεσα στη φωνή, το κείμενο και το πιάνο, ο Σούμπερτ διαμόρφωσε σε αποφασιστικό βαθμό την πορεία του γερμανικού έντεχνου τραγουδιού στον 19ο αιώνα.
- Gretchen am Spinnrade, D 118. Σύνθεση του 1814 πάνω στον Faust του Goethe και ένα από τα έργα που, ήδη από την εφηβεία του Σούμπερτ, αποκαλύπτουν την εξαιρετική δραματική του αντίληψη για το Lied. Η αδιάκοπη πιανιστική κίνηση ανακαλεί τον τροχό της ανέμης, ενώ ταυτόχρονα ακολουθεί τις μεταβολές της σκέψης, της έντασης και της αναπνοής της Γκρέτσεν.
- Erlkönig, D 328. Αφηγητής, πατέρας, παιδί και υπερφυσικός Erlkönig αποδίδονται από έναν μόνο τραγουδιστή, ενώ το πιάνο διατηρεί σχεδόν αδιάκοπα την αίσθηση της ξέφρενης έφιππης διαδρομής. Η ταχύτητα με την οποία αλλάζουν η φωνητική έκφραση, η τονικότητα και η δραματική οπτική καθιστά το έργο μία από τις πιο συμπυκνωμένες δραματικές δημιουργίες του Σούμπερτ.
- Der Tod und das Mädchen, D 531. Η σύντομη συνομιλία ανάμεσα στη φοβισμένη Κόρη και στον ήρεμο Θάνατο αποκτά δύο καθαρά διακριτούς μουσικούς κόσμους. Χρόνια αργότερα, το υλικό που συνδέεται με την παρουσία του Θανάτου θα αποτελέσει τη βάση του δεύτερου μέρους του Κουαρτέτου εγχόρδων D 810.
- Die Forelle, D 550. Η ρευστή κίνηση του πιάνου μετατρέπει το νερό και την κίνηση της πέστροφας σε μουσική εικόνα. Το τραγούδι απέκτησε δεύτερη οργανική ζωή όταν ο Σούμπερτ χρησιμοποίησε το θέμα του στο Κουιντέτο D 667.
- Die schöne Müllerin, D 795. Ο πρώτος από τους δύο μεγάλους κύκλους πάνω σε ποιήματα του Wilhelm Müller περιλαμβάνει είκοσι τραγούδια. Η διαδρομή του νεαρού μυλωνά, από την περιπλάνηση και την ερωτική προσδοκία έως τη ζήλια, την απογοήτευση και την απώλεια, συνδέεται από επαναλαμβανόμενες εικόνες —το ρυάκι, το πράσινο χρώμα, την κίνηση— που αποκτούν διαφορετικό νόημα καθώς εξελίσσεται η αφήγηση.
- Winterreise, D 911. Είκοσι τέσσερα τραγούδια πάνω σε ποιήματα του Müller σχηματίζουν μια διαδρομή χωρίς συμβατική αφηγηματική λύση. Το χειμωνιάτικο τοπίο γίνεται σταδιακά εσωτερικό τοπίο, ενώ το πιάνο αποδίδει βήματα, άνεμο, πάγο, αναμνήσεις και επίμονες επαναλήψεις που συνοδεύουν τον περιπλανώμενο σε έναν ολοένα πιο απομονωμένο κόσμο.
- Ellens Gesang III, D 839 — γνωστό ευρύτερα ως «Ave Maria». Το έργο αποτελεί το τρίτο τραγούδι της Ellen από το σύνολο που βασίζεται στο The Lady of the Lake του Walter Scott και δεν γράφτηκε πάνω στο λατινικό κείμενο της καθολικής προσευχής Ave Maria. Η μεταγενέστερη σύνδεσή του με διαφορετικά θρησκευτικά κείμενα εξηγεί την ονομασία με την οποία έγινε παγκοσμίως γνωστό.
- Schwanengesang, D 957. Τα τραγούδια σε ποιήματα των Ludwig Rellstab και Heinrich Heine ανήκουν στην τελευταία περίοδο του Σούμπερτ, όμως το Schwanengesang δεν αποτελεί κύκλο που συγκρότησε ο ίδιος ως ενιαίο έργο. Ο εκδότης Tobias Haslinger συγκέντρωσε και δημοσίευσε μεταθανάτια τα τραγούδια το 1829 με τον τίτλο που έκτοτε επικράτησε.
Θρησκευτική και χορωδιακή μουσική
- Λειτουργία σε Λα ύφεση μείζονα, D 678. Ένα από τα πιο φιλόδοξα θρησκευτικά έργα του Σούμπερτ, το οποίο τον απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα και γνώρισε αναθεωρήσεις. Η έκταση και η σύνθετη χορωδιακή γραφή της την απομακρύνουν αισθητά από τη συντομία και τη λειτουργική αμεσότητα πολλών πρώιμων εκκλησιαστικών έργων του.
- Λειτουργία σε Μι ύφεση μείζονα, D 950. Γραμμένη το 1828, είναι η τελευταία από τις έξι ολοκληρωμένες λατινικές Λειτουργίες του Σούμπερτ. Η μεγάλη αρχιτεκτονική της κλίμακα, η πολυφωνική γραφή και η δραματική αξιοποίηση χορωδίας και ορχήστρας την καθιστούν κορύφωση της θρησκευτικής του παραγωγής.
- Deutsche Messe, D 872. Το έργο του 1827, σε γερμανικό κείμενο του Johann Philipp Neumann, κατέχει ξεχωριστή θέση στη θρησκευτική μουσική του συνθέτη. Δεν αποτελεί μετάφραση του καθιερωμένου λατινικού Ordinary της Λειτουργίας, αλλά σύνολο γερμανικών ύμνων που προορίζονται για διαφορετικά σημεία της λατρευτικής ακολουθίας.
- Lazarus, oder: Die Feier der Auferstehung, D 689. Φιλόδοξο «σκηνικό ορατόριο» σε τρεις πράξεις, το οποίο έμεινε ημιτελές. Η συνύπαρξη θρησκευτικού θέματος, θεατρικής δράσης και έντονα λυρικής φωνητικής γραφής τοποθετεί το έργο ανάμεσα στη θρησκευτική μουσική και στη συνεχή αναζήτηση του Σούμπερτ για μια προσωπική μορφή μουσικού δράματος.
Σκηνικά έργα και μουσική για το θέατρο
Η σκηνική δημιουργία δεν απέκτησε στη μεταγενέστερη φήμη του Σούμπερτ τη θέση που κατέχουν τα Lieder ή η μουσική δωματίου του. Για τον ίδιο, όμως, η επιδίωξη μιας ουσιαστικής επιτυχίας στο θέατρο υπήρξε επίμονη. Η περιορισμένη παρουσίαση πολλών από αυτά τα έργα κατά τη διάρκεια της ζωής του επηρέασε βαθιά την τύχη τους και συνέβαλε ώστε αυτή η πλευρά της δημιουργίας του να παραμείνει για μεγάλο διάστημα στη σκιά.
- Alfonso und Estrella, D 732. Μεγάλης κλίμακας όπερα των ετών 1821–1822, που δεν ανέβηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του συνθέτη. Η μεταγενέστερη σκηνική της παρουσίαση στη Βαϊμάρη συνδέθηκε με τον Φραντς Λιστ. Το έργο αποκαλύπτει τη φιλοδοξία του Σούμπερτ να μεταφέρει τη λυρική του γλώσσα σε ένα εκτεταμένο δραματικό πλαίσιο.
- Fierrabras, D 796. Τρίπρακτη όπερα του 1823 και το τελευταίο ολοκληρωμένο μεγάλο οπερατικό έργο του Σούμπερτ. Παρά την κλίμακα και τη μουσική της φιλοδοξία, δεν πραγματοποιήθηκε παραγωγή της κατά τη ζωή του, γεγονός που στέρησε από τον συνθέτη μία ακόμη ευκαιρία για την αναγνώριση που επιζητούσε στο θέατρο.
- Rosamunde, Fürstin von Cypern, D 797. Η μουσική για το θεατρικό έργο της Helmina von Chézy γράφτηκε το 1823 και περιλαμβάνει ορχηστρικά ενδιάμεσα, μπαλέτα, χορωδιακά και φωνητικούς αριθμούς. Παρότι το ίδιο το δράμα δεν επιβίωσε στο ρεπερτόριο, η μουσική του Σούμπερτ απέκτησε ανεξάρτητη ζωή, ενώ ορισμένα από τα θέματά της επανεμφανίστηκαν σε μεταγενέστερα οργανικά έργα του.
Η επιλογή αυτών των έργων αποκαλύπτει έναν Σούμπερτ πολύ ευρύτερο από την καθιερωμένη εικόνα του αυθόρμητου λυρικού δημιουργού. Το τραγούδι παραμένει ο φυσικός πυρήνας της μουσικής του γλώσσας, όμως η ίδια ικανότητα να μετατρέπει μια απλή μελωδική ιδέα σε διαδρομή μνήμης, μεταμόρφωσης και απροσδόκητης αρμονικής απόστασης διαπερνά τις συμφωνίες, τις σονάτες και τη μουσική δωματίου του. Ιδίως στα τελευταία χρόνια, αυτή η γλώσσα αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις, χωρίς να χάνει την αίσθηση ότι ακόμη και η πιο εκτεταμένη μορφή μπορεί να ξεκινήσει από κάτι τόσο άμεσο όσο μια μελωδία.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου